
Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 87 ετών – Είχε υποστεί σοβαρό εγκεφαλικό στη σκηνή του Ηρωδείου, τον Σεπτέμβριο του 2024 – Η ανακοίνωση της οικογένειάς της – Πανελλήνια συγκίνηση για τη σπουδαία ερμηνεύτρια.
Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 87 ετών, η μεγάλη Κυρία του ελληνικού τραγουδιού, Μαρινέλλα.
Η κορυφαία τραγουδίστρια άφησε την τελευταία της πνοή στο σπίτι της.
Τη δυσάρεστη είδηση έκανε γνωστή η οικογένειά της με σχετική ανακοίνωση:
«Με βαθιά θλίψη σας ανακοινώνουμε την απώλεια της Μαρινέλλας, αγαπημένης μας μητέρας και γιαγιάς, η οποία κατέληξε στο σπίτι της, σήμερα 28 Μαρτίου 2026, στις 18:00».
Η Μαρινέλλα αφήνει πίσω της ένα ανεκτίμητο μουσικό έργο, καθώς έχει χαράξει ανεξίτηλα το όνομά της στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού, για περίπου 70 χρόνια.
Είχε καταρρεύσει στο Ηρώδειο
Η Μαρινέλλα είχε καταρρεύσει στη σκηνή του Ηρωδείου, λίγα λεπτά μετά την έναρξη της συναυλίας της το βράδυ της Τετάρτης (25/9), καθώς είχε υποστεί εγκεφαλικό βαριάς μορφής.
Η σπουδαία ερμηνεύτρια τραγουδούσε την επιτυχία «Εγώ και Εσύ», το δεύτερο κατά σειρά τραγούδι του ρεπερτορίου της, όταν ξαφνικά άρχισε να τρέμει και κατέρρευσε επί σκηνής μπροστά στα έντρομα μάτια των θεατών που είχαν κατακλύσει το θέατρο για να ακούσουν τις μεγάλες επιτυχίες της 86χρονης καλλιτέχνιδος.
Η πρώτη διάγνωση των γιατρών ήταν πως η Μαρινέλλα υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο σοβαρής μορφής. Από την ώρα που κατέρρευσε μέχρι το νοσοκομείο, η τραγουδίστρια διατηρούσε επαφή με το περιβάλλον. Η μεγάλη ερμηνεύτρια είχε κουραστεί τις προηγούμενες ημέρες στις πρόβες, καθώς είναι γνωστή η τελειομανία της. Επίσης, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, η μεγάλη κυρία του ελληνικού τραγουδιού είχε φρικτό πονοκέφαλο πριν από τη συναυλία.
Η σπουδαία καλλιτέχνις ξεχώριζε για την έκταση της φωνής της και τη μοναδική χροιά της, ενώ διακρινόταν για τη μεγάλη εκφραστικότητα στις ερμηνείες της, τόσο στις ηχογραφήσεις της, όσο και επί σκηνής. H Μαρινέλλα καθιέρωσε ένα καινούριο είδος τραγουδιού, το ελαφρολαϊκό, ενώ έφερε κυριολεκτικά επανάσταση στη νυχτερινή διασκέδαση. Τοποθέτησε θεατρικούς προβολείς στον χώρο που εμφανιζόταν, και μεταμορφώθηκε από τη «μοιρολογίστρα» του σινεμά και την τραγουδίστρια της «καρέκλας», σε μια φινετσάτη και λαμπερή σταρ της πίστας, με ακριβό ντύσιμο και κοντοκουρεμένο μαλλί, παρουσιάζοντας ένα είδος show πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδομένα.
Η Μαρινέλλα, κατά κόσμον Κυριακή Παπαδοπούλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 19 Μαΐου του 1938. Οι γονείς της ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν το τέταρτο και νεότερο μέλος της οικογένειας. Μια οικογένεια φτωχή, αλλά δεμένη με αρχές, που τα περισσότερα μέλη της τραγουδούσαν πολύ καλά. Από τεσσάρων έως πέντε χρόνων, συμμετείχε στην παιδική ραδιοφωνική εκπομπή «Παιδική ώρα» στην οποία έτυχε να τραγουδήσει ένα κομμάτι του Schubert. Στα δώδεκά της χρόνια διαφήμιζε τα καταστήματα «Melka» της Θεσσαλονίκης.
Αναδείχθηκε ως τραγουδίστρια… εξαιτίας της ασθένειας μιας άλλης ερμηνεύτριας…
Η Μαρινέλλα ξεκίνησε την επαγγελματική της πορεία ως ηθοποιός κι ένα τυχαίο περιστατικό στάθηκε η αφορμή για να ασχοληθεί με το τραγούδι.
Όταν ήταν 17 ετών, συμμετείχε στο θίασο της Μαίρης Λωράνς, μαζί με ηθοποιούς που έκαναν τότε τα πρώτα τους βήματα στην υποκριτική, όπως η Μάρθα Καραγιάννη, ο Αλέκος Τζανετάκος και ο Κώστας Βουτσάς.
Κατά την περιοδεία στον Παλαμά Καρδίτσας, η τραγουδίστρια του θιάσου αρρώστησε και την αντικατάστησε η Μαρινέλλα που γνώριζε πολύ καλά όλα της τα τραγούδια. Η Μαρινέλλα τραγούδησε, επίσης, το κομμάτι «Ο άνθρωπός μου» της Σοφίας Βέμπο, την οποία θαύμαζε.
Εκείνη η μέρα έμελλε να είναι η πιο σημαντική στην καριέρα της. Οι συντελεστές της παράστασης συνειδητοποίησαν ότι είχαν να κάνουν με ένα ακατέργαστο διαμάντι και, έτσι, την έκαναν βασική τραγουδίστρια του θιάσου.
Όταν ρωτήθηκε σε μια συνέντευξη πώς θα ήταν η ζωή της αν δεν ακολουθούσε το τραγούδι, απάντησε: «Δεν έχω ιδέα. Γιατί από πέντε χρονών τραγουδάω, χορεύω και παίζω θέατρο. Οπότε τώρα είναι κάπως αργά για να σκεφτώ τι άλλο θα μπορούσα να είμαι, αφού το τραγούδι έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου από πολύ νωρίς».
Η Μαρινέλλα γνωρίζει τον Καζαντζίδη
Τον Αύγουστο του 1956 στο κέντρο «Πανόραμα» της Θεσσαλονίκης, η Μαρινέλλα γνωρίζει τον Σ. Καζαντζίδη. Η Μαρινέλλα τραγουδούσε το τραγούδι «πικρό ψωμί» που έλεγε ο Στέλιος. Όταν η Μαρινέλλα τελείωσε το τραγούδι πλησίασε τον Καζαντζίδη και του εξέφρασε τον θαυμασμό της. Εκείνος – μαγεμένος από την ολοκάθαρη φωνή της αλλά και τις χορευτικές της ικανότητες – της επισήμανε πως
τραγουδά το λαϊκό με έναν δικό της τρόπο, όχι πολύ βαρύ. Η γνωριμία τους συνεχίστηκε μέσα σε μια βάρκα. Και οι δύο αγαπούσαν πολύ την θάλασσα και το ψάρεμα. Εκεί γεννήθηκε και ο μεγάλος ερωτάς τους. Ο Καζαντζίδης ζητά στη Μαρινέλλα να γίνει το σεγκόντο του.
Μαζί θα καταφέρουν να γίνουν το μεγαλύτερο ντουέτο της Ελλάδος, αξεπέραστο ως τις ημέρες μας. Από το κέντρο «Λουξεμβούργο» της Θεσσαλονίκης όπου έκαναν τις πρώτες τους επιτυχημένες εμφανίσεις, κατεβαίνουν στην Αθήνα και από εκεί αρχίζει η ανοδική τους πορεία.
Τραγουδούν τους καλύτερους συνθέτες της εποχής: Τσιτσάνη, Χιώτη, Παπαϊωάννου, Μητσάκη, Ζαμπέτα, Καλδάρα, ∆ερβενιώτη, Μπακάλη κ.α.
Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου τους δίνει το «∆υο πόρτες έχει η ζωή». Ο Καζαντζίδης γράφει και ο ίδιος τραγούδια ενώ επιχειρεί αλλαγές στην λαϊκή του ορχήστρα προσθέτοντας και άλλα όργανα – 3 μπουζούκια, 2 βιολιά, πιάνο, ακορντεόν, μπάσσο, κρουστά και 2 κιθάρες – και μαζί με τη Μαρινέλλα δημιουργούν “σχολή” στο λαϊκό τραγούδι.
Το 1961 στο “Κεντρικόν” είναι η μεγάλη στιγμή που ο Μ. Θεοδωράκης και ο Μ. Χατζιδάκις συνεργάζονται με τον Στέλιο και τη Μαρινέλλα. Τέσσερα τραγούδια του Μάνου( Αθήνα, Κουρασμένο παλικάρι, ο κυρ-Αντώνης, το πέλαγο είναι βαθύ) και έξι του Μίκη, από τον κύκλο τραγουδιών “Πολιτεία”( Βράχο-βράχο τον καημό μου, Σαββατόβραδο, Έχω μια αγάπη, Το παράπονο, Ο μετανάστης, Καημός) ερμηνεύονται μοναδικά. Ο Μάνος Χατζιδάκις ακούγοντας την Μαρινέλλα αυθόρμητα να κάνει την φούγκα στο “Κουρασμένο παλικάρι” την παρομοίασε με τη Μ. Νίνου στην βελτιωμένη εκδοχή της! «Που τα έμαθες εσύ αυτά;» τη ρώτησε ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Στέλιος Καζαντζίδης έσπευσε να δώσει εκείνος απάντηση λέγοντας…: «∆ε σου πα Μάνο; Είναι γάτα η μικρή».
Με τον Μίκη θα ξανασυνεργαστούν στο θέατρο «Πάρκ» στο έργο των Θεοδωράκη – Μπόστ «Όμορφη πόλη» ενώ έμειναν και στο ίδιο σπίτι για 6 μήνες περίπου. Ο Τσιτσάνης δίνει την “Συννεφιασμένη Κυριακή” στο τρίο Καζαντζίδης – Μαρινέλλα – Λύδια και τους επικροτεί για την ωραιότερη ερμηνεία του τραγουδιού του.
Ο Ξαρχάκος και ο Μαρκόπουλος τους δίνουν μεγάλα τραγούδια (“Άπονη ζωή” και “Φτωχολογιά” σε στίχους Λ. Παπαδόπουλου, “Ποιος δρόμος είναι ανοιχτός” σε στίχους ∆. Χριστοδούλου).
Ο κόσμος της ξενιτιάς και του πόνου βλέπει στη μορφή του Καζαντζίδη το απόλυτο λαϊκό είδωλο. Η Μαρινέλλα με σεμνότητα στέκεται δίπλα του και τον στηρίζει και όλοι μιλάνε για την παρτενέρ του Στέλιου με την υπέροχη φωνή.
Το 1964 ο Χ. Λεοντής τους δίνει να ερμηνεύσουν έναν από τους ωραιότερους κύκλους τραγουδιών, την “Καταχνιά”. Η Μαρινέλλα ερμηνεύει μοναδικά τα τραγούδια “Γιατί να γίνω μάνα” και “Ο Νεοζηλανδός” σε στίχους του Βίρβου και κάνει δεύτερη φωνή στα τραγούδια του Καζαντζίδη.
Στα νυχτερινά κέντρα που εμφανίζονταν υπήρχε το αδιαχώρητο. Τραγούδησαν μαζί με μεγάλα ονόματα του λαϊκού τραγουδιού όπως η Π. Πάνου, Γ. Λύδια, Γ. Μπιθικώτση, Σ. Μπέλλου, Α. Χρυσάφη και πολλούς άλλους.
